
Όλα τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην πρόοδο και στην εξέλιξη. Οι όποιες μαθησιακές δυσκολίες δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στη ζωή των παιδιών ούτε να πανικοβάλουν τους γονείς. Αυτό που θα χρειάζεται είναι να διαγνωστούν έγκαιρα τα προβλήματα και να αντιμετωπιστούν σωστά.
Ο όρος Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες (Ε.Μ.Δ.) αναφέρεται σε ανομοιογενείς δυσκολίες που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ανάγνωση, τη γραφή, την ορθογραφία, τα μαθηματικά, την κρίση και γενικότερα την ικανότητα του παιδιού για μάθηση. Δεν οφείλονται σε αρνητικούς ψυχοπεριβαλλοντικούς παράγοντες ή σε χαμηλή νοημοσύνη.
Αν και οι δυσκολίες στο μαθησιακό τομέα είναι ποικίλες δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες δυσκολίες ούτε είναι απαραίτητο ένα παιδί να εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά συμπτώματα.
Με τη διδασκαλία μιας ξένης γλώσσας εισάγουμε τα παιδιά σε ένα άλλο γλωσσικό σύστημα, το οποίο διαφέρει από το μητρικό τους στη γραφή, στους φθόγγους, στην προφορά, στο λεξιλόγιο, στις γραμματικές και συντακτικές δομές μέσα στην πρόταση.
Για τη σωστή αντιμετώπιση της μαθησιακής δυσκολίας, ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να εξατομικεύσει τη διδασκαλία ανάγνωσης και γραφής και να την προσαρμόσει στις ανάγκες κάθε παιδιού χωριστά. Ωστόσο, η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση της μαθησιακής δυσκολίας βοηθά όχι μόνο στην επιτυχή αποκατάσταση αλλά και στην αποφυγή των ψυχολογικών προβλημάτων που προκαλεί η καθημερινή αποτυχία που βιώνουν τα παιδιά στο σχολείο και στο σπίτι.
Αναμφισβήτητα η εκμάθηση της δεύτερης γλώσσας είναι κάτι καινούριο. Δεν υπάρχει η επαρκής ενημέρωση σε γονείς και δασκάλους ξένων γλωσσών. Γι’αυτό πολλές φορές οι γονείς διστάζουν να στείλουν το παιδί τους να μάθει μια ξένη γλώσσα και οι περισσότεροι δάσκαλοι αρνούνται να αναλάβουν μια τέτοια ευθύνη. Δεν πρέπει όμως.
Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν Ε.Μ.Δ. είναι ικανά να μάθουν μία και δύο ξένες γλώσσες. Αρκεί να μην υπάρχει βιασύνη και πίεση. Οι γονείς που επιθυμούν τα παιδιά τους να μάθουν μια ξένη γλώσσα και οι καθηγητές που θα αναλάβουν την εκπαίδευσή τους οφείλουν να προσέξουν ορισμένες ιδιαιτερότητες:
Την ηλικία που θα ξεκινήσουν τη δεύτερη γλώσσα (γύρω στα 9 με 10 χρονών, όταν θα έχουν ήδη προχωρήσει αρκετά στην ελληνική γλώσσα).
Το επίπεδο που βρίσκεται το παιδί στην ανάγνωση και στη γραφή στην ελληνική γλώσσα.
Τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσουν οι καθηγητές ξένων γλωσσών, ώστε να κάνουν πιο κατανοητή τη μάθηση.
Όπως στην ελληνική έτσι και στην ξένη γλώσσα είναι σημαντικό οι γονείς και οι δάσκαλοί να δίνουν έμφαση στην προφορά των γραμμάτων, στη φωνολογική ενημερότητα των λέξεων καθώς και στην ορθογραφία βασικών λέξεων.
Μερικές προτάσεις που θα βοηθήσουν για την διδασκαλία της ξένης γλώσσας είναι:
Ο χώρος διδασκαλίας θα πρέπει να είναι ήσυχος και λιτός. Οπτικοακουστικά ερεθίσματα πιθανόν να αποσπάσουν την προσοχή τους.
Μιλένα Βολίκα
Ειδική Παιδαγωγός- Νηπιαγωγός
Υπεύθυνη του επιστημονικού κέντρου «Αγωγή»
Comments are closed