Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), είναι ένα σύνδρομο το οποίο σχετίζεται με άτομα, που αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες ως προς την προσήλωση της προσοχής τους σε μία δραστηριότητα, ενώ ενδέχεται παράλληλα, να εμφανίζουν κάποιου είδους σωματική υπερδραστηριότητα. Πιο συγκεκριμένα τα άτομα με ΔΕΠ-Υ χαρακτηρίζονται από απροσεξία, αδεξιότητα, δυσκολία αφοσίωσης στις σχολικές τους υποχρεώσεις, ή τη συμμόρφωσή τους σε υποδείξεις. Η διαταραχή μεταφράζεται ως ανικανότητα ρύθμισης της συμπεριφοράς και συχνά σχετίζεται με αρνητικές επιδόσεις στο σχολείο, καθυστέρηση (ελλείμματα) στη μάθηση και στην επικοινωνία.


Αιτιολογία

Δυστυχώς οι ακριβείς αιτίες που προκαλούν την διάχυτη ελλειμματική προσοχή δεν είναι ακόμη γνωστές, ωστόσο γενετικοί παράγοντες φαίνεται να παίζουν μεγάλο ρόλο. Η διάχυτη ελλειμματική προσοχή είναι κυρίως οικογενής νόσος. Αν και πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι στα παιδιά με διάχυτη ελλειμματική προσοχή, μέρη του εγκεφάλου (μετωπιαίος και βρεγματικός λοβός, και μέρος του μεσογκεφάλου) δυσλειτουργούν, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητα και ως αιτιολογικός παράγοντας της νόσου. Τέλος εάν υπάρχουν άλλα οικογενειακά προβλήματα, δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτά συμβάλλουν στην διάχυτη ελλειμματική προσοχή, ή αν η οικογένεια έρχεται αντιμέτωπη με αυτά τα προβλήματα, επειδή είναι δύσκολο να συμβιώνεις με παιδιά με διάχυτη ελλειμματική προσοχή .


Διάγνωση

Συχνά ενδέχεται να συνδυαστεί με εναντιωματικά προβλήματα, όπως επιθετική συμπεριφορά, ή μεμονωμένες δυσκολίες, τα οποία αποτελούν μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης των παιδιών και δεν απαιτούν αντιμετώπιση. Για αυτούς τους λόγους και προκειμένου να αποφευχθεί η σύγχυση των γονέων, είναι σημαντικό τα παιδιά να αξιολογηθούν σωστά και εφόσον κριθεί αναγκαίο, να αντιμετωπιστούν βάσει αυστηρών κλινικών οδηγιών. Τα συμπτώματα, ή οι αιτιάσεις πρέπει να είναι παρόντα για τουλάχιστον έξι (6) μήνες και συνήθως ξεκινούν στην προσχολική ηλικία. Τα παιδιά αυτά έχουν επίσης συχνά γλωσσικές δυσκολίες, ή ειδικές μαθησιακές ανάγκες.


Χαρακτηριστικά:

  • Απροσεξία
  • Διάσπαση της προσοχής
  • Υπερκινητικότητα

Τα παραπάνω μεταφράζονται ως ανικανότητα ρύθμισης της συμπεριφοράς. Τα παιδιά μπορεί να έχουν δυσκολία αφοσίωσης στην σχολική εργασία, ή να συμμορφώνονται κατόπιν υποδείξεων, είτε στο σχολείο, είτε στο σπίτι. Τα συμπτώματα, ή οι αιτιάσεις, συνήθως ξεκινούν στην προσχολική ηλικία. Επίσης τα παιδιά αυτά εμφανίζουν συχνά γλωσσικές δυσκολίες, ή ειδικές μαθησιακές ανάγκες. Καθώς η σωματική υπερκινητικότητα βελτιώνεται με το πέρασμα των ετών, λίγα παραμένουν γνωστά για τη φύση αυτών των προβλημάτων στη διάρκεια της εφηβείας και στη μετέπειτα ζωή τους. Είναι πιθανό, οι υπολειπόμενες δυσκολίες να συνδέονται κυρίως με την ανικανότητα συγκέντρωσης του νεαρού ατόμου, ή το βαθμό της κοινωνικής ωριμότητας, παρόλο που η τελευταία δεν αποτελεί διαγνωστικό χαρακτηριστικό. Το 30% με 50% των παιδιών με διάχυτη ελλειμματική προσοχή αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα συμπεριφοράς (εναντιωματική συμπεριφορά) και αυτός ο συνδυασμός είναι πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί.


Χαρακτηριστικές συμπεριφορές που συνδέονται με το σύνδρομο.

  • Ανησυχία και υπερκινητικότητα.
  • Αδυναμία παραμονής για πολλή ώρα στο ίδιο μέρος, ή την ίδια δραστηριότητα.
  • Νευρικότητα (πήγαινε-έλα), ασυγκράτητη και αδιάκοπη ομιλία, διακοπή τρίτων όταν μιλούν.
  • Διάσπαση της προσοχής τους και αδυναμία ολοκλήρωσης έργου (task).
  • Εύρος προσοχής περιορισμένο, δυσκολία συγκέντρωσης σε εργασίες που απαιτούν περίσκεψη.
  • Παρορμητικότητα (ανάληψη δράσης χωρίς προηγούμενη λογική σκέψη.)
  • Δυσκολία διατήρησης της υπομονής κατά την αναμονή (αναμονή στη σειρά στην τάξη, σε παιχνίδια, στη συζήτηση, ή σε άλλη κοινωνική κατάσταση.)

Συμπτώματα

Τα παιδιά με διάχυτη ελλειμματική προσοχή παρουσιάζουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά σημεία:

  • Ανησυχία και υπερκινητικότητα. Δεν μένουν για πολύ στο ίδιο σημείο, ή κάνουν την ίδια δραστηριότητα. Στριφογυρίζουν νευρικά, μιλούν ασταμάτητα και διακόπτουν τους άλλους όταν μιλούν.
  • Διασπάται εύκολα η προσοχή τους και δεν ολοκληρώνουν καμιά εργασία.
  • Το εύρος προσοχής τους είναι περιορισμένο και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν σε εργασίες που απαιτούν περίσκεψη.
  • Εμφανίζουν παρορμητικότητα και ξαφνικά κάνουν πράγματα χωρίς να τα σκεφτούν.
  • Αδυνατούν να περιμένουν τη σειρά τους στην τάξη, σε παιχνίδια, στη συζήτηση, ή σε άλλη κοινωνική κατάσταση.
  • Τα παιδιά με διάχυτη ελλειμματική προσοχή συνήθως έχουν φυσιολογική διανοητική ικανότητα. Μερικά παιδιά όμως με μαθησιακές δυσκολίες, μπορεί επίσης να έχουν διάχυτη ελλειμματική προσοχή . Μπορεί ακόμη να έχουν και άλλες δυσκολίες, οι οποίες δεν είναι τυπικές (διαγνωστικές) της κατάστασης, αλλά μάλλον δευτερογενείς λόγω της επίδρασης των προαναφερθέντων προβλημάτων.
  • Τα παιδιά με διάχυτη ελλειμματική προσοχή μπορεί να έχουν καθυστερημένη ανάπτυξη λόγου.
  • Έχουν δυσκολίες στην ανάγνωση.
  • Μένουν πίσω στις σχολικές εργασίες. Αυτό μπορεί επίσης να συνδεθεί με την αδυναμία τους να συγκεντρωθούν και να μάθουν νέες πληροφορίες, ιδιαίτερα σε μεγαλύτερες τάξεις.
  • Είναι κοινωνικά ανώριμα και δυσκολεύονται να αναπτύσσουν και να διατηρούν φιλίες.
  • Έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, αισθάνονται ότι είναι ανόητα, συνήθως γιατί δεν μαθαίνουν τόσο γρήγορα, όσο τα άλλα παιδιά.
  • Έχουν συνυπάρχοντα εναντιωματικά προβλήματα, όπως επιθετικότητα, δεν ανταποκρίνονται στην πειθαρχία και έχουν ξεσπάσματα θυμού. Έχουν ανήσυχο ύπνο, αργούν να κοιμηθούν και ξυπνούν πολύ νωρίς το πρωί. Αυτό είναι εξαντλητικό για την υπόλοιπη οικογένεια.

Όλα αυτά τα σημεία θα πρέπει να συγκεντρωθούν μέσα σε μεγάλη χρονική περίοδο και μέσω διαφορετικών καταστάσεων στο σπίτι και στο σχολείο. Η χρονολογική ηλικία του παιδιού θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν για την ερμηνεία της συμπεριφοράς του.


Αντιμετώπιση

Το παιδί θα πρέπει να αξιολογηθεί κατάλληλα, ώστε να γίνει η σωστή διάγνωση και να ξεκινήσει θεραπεία. Η διαδικασία της αξιολόγησης περιλαμβάνει:

Οι γονείς θα πρέπει να μιλούν ανοιχτά με τους δασκάλους, τόσο για την πρόοδο του παιδιού, όσο και για τις όποιες μαθησιακές, ή κοινωνικές δυσκολίες υπάρχουν εντός και εκτός του σχολικού περιβάλλοντος. Σε πολλές περιπτώσεις και πάντα σε συμφωνία με γονείς και δασκάλους, ένα σταθερό εκπαιδευτικό πρόγραμμα, προσαρμοσμένο στις ικανότητες του παιδιού, είναι ένα ικανοποιητικό πρώτο βήμα. Αν το παιδί απαιτεί μια πιο λεπτομερή αξιολόγηση των γνωστικών του ικανοτήτων (π.χ. αν μπορεί να συγκεντρωθεί στο βαθμό που αντιστοιχεί στην χρονολογική του ηλικία), ένα ψυχομετρικό τεστ θα παράσχει χρήσιμες πληροφορίες. Αυτό εκτελείται από σχολικούς και κλινικούς ψυχολόγους. Η τεκμηρίωση της διάγνωσης της διάχυτης ελλειμματικής προσοχής, γίνεται συνήθως από ένα παιδοψυχίατρο, λαμβανομένων υπ’ όψιν των πορισμάτων των δασκάλων και των σχολικών ψυχολόγων. Σε μερικές περιπτώσεις παίρνουν μέρος και παιδίατροι σ’ αυτή τη διαδικασία. Η κλινική αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει ιστορικό από τους γονείς και παρατηρήσεις από την κλινική και το σχολείο, δεδομένου ότι μια σύντομη επαφή με το παιδί, μπορεί να είναι παραπλανητική. Μια επίσκεψη στο σχολείο είναι επίσης ένα καλό σημείο εκκίνησης για να συζητηθεί και να ξεκινήσει ένα κοινό πλάνο χειρισμού. Το αν θα χρειαστεί νευρολογική εξέταση, ή άλλα ιατρικά τεστ, θα εξαρτηθεί από την παρουσία, ή μη, νευρολογικών σημείων. Ο χειρισμός των παιδιών με ΔΕΠ-Υ συμπεριλαμβάνει ειδική διαπαιδαγώγηση, θεραπείες συμπεριφοράς και φαρμακευτικές θεραπείες. Αυτές δεν αποκλείονται αμοιβαία και δεν απαιτούνται για όλα τα παιδιά. Πολλά εξαρτώνται από τις αντιλήψεις και τις τεκμηριωμένες αποφάσεις των γονέων, όπως επίσης και από την επίδραση των ελλειμμάτων στη ζωή του παιδιού.

To Top